καταβρέχω

καταβρέχω
καταβρέχω
1 bathe met.

μέλιτι εὐάνορα πόλιν κατᾰβρέχων O. 10.99

ἀλλ' ὅμως καύχαμα κατάβρεχε σιγᾷ I. 5.51


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • καταβρέχω — 1 κατάβρεξα βλ. πίν. 31 2 κατάβρεξα βλ. πίν. 31 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καταβρέχω — (AM καταβρέχω) βρέχω κάτι ολοκληρωτικά, μουσκεύω πάρα πολύ («δρῡς ἐν ὕδατι καταβρεχομένη», Θεόφρ.) νεοελλ. βρέχω κάτι σε όλη την επιφάνεια αρχ. 1. (για νερό) κατακλύζω, πλυμμυρίζω 2. φρ. «καταβρέχω σιγᾷ» επικαλύπτω με σιωπή («καύχημα κατάβρεχε… …   Dictionary of Greek

  • καταβρέχω — κατέβρεξα, καταβράχηκα, καταβρεγμένος, βρέχω κάτι πολύ, το καταμουσκεύω: Μας έπιασε η μπόρα στο δρόμο και καταβραχήκαμε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταβεβρεγμένα — καταβρέχω drench perf part mp neut nom/voc/acc pl καταβεβρεγμένᾱ , καταβρέχω drench perf part mp fem nom/voc/acc dual καταβεβρεγμένᾱ , καταβρέχω drench perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβρέξω — καταβρέχω drench aor subj act 1st sg καταβρέχω drench fut ind act 1st sg καταβρέχω drench aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβρέχεσθε — καταβρέχω drench pres imperat mp 2nd pl καταβρέχω drench pres ind mp 2nd pl καταβρέχω drench imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβρέχῃ — καταβρέχω drench pres subj mp 2nd sg καταβρέχω drench pres ind mp 2nd sg καταβρέχω drench pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβεβρεγμένον — καταβρέχω drench perf part mp masc acc sg καταβρέχω drench perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβρεχόμενον — καταβρέχω drench pres part mp masc acc sg καταβρέχω drench pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβρεχόντων — καταβρέχω drench pres part act masc/neut gen pl καταβρέχω drench pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβρέξαι — καταβρέχω drench aor inf act καταβρέξαῑ , καταβρέχω drench aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”